Ο Οιδίπους

La Sfinge gli sta addosso, con gli artigli
adunchi e con i denti aguzzi. Fissa
la preda con ferocia sconfinata.
Edipo è caduto al primo assalto,
spaventato al suo primo apparire:
un tale aspetto, una voce tale
non se l’era immaginata, mai.
Ma non appena il mostro appoggia entrambe
le sue zampe sul petto di Edipo,
lui si riscuote in fretta e non lo teme
già più, perché ha la risposta
pronta, e la vittoria sa che è sua.
Eppure, no: non esulta per questo.
Con gli occhi pieni di malinconia
lui non guarda la Sfinge, ma più oltre,
verso la strada stretta che conduce
a Tebe e si concluderà a Colono.
E la sua anima sente, con chiarezza,
che la Sfinge gli parlerà di nuovo,
ponendogli enigmi assai più grandi,
che non hanno risposta.

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.