Διακοπή

Interrompiamo l’opera divina,
noi, inesperte ed effimere creature.
Nei palazzi di Eleusi e di Ftia,
Demetra e Tetide iniziano cose buone,
in mezzo a grandi fiamme e a fumo denso.
Ma dalle stanze del re irrompe sempre
Metanira scarmigliata e atterrita,
e Peleo sempre si spaventa e manda tutto a monte.

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ’ η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Aλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ’ επεμβαίνει.

Απιστία

Si sposavano Tetide e Peleo
e Apollo, invitato allo splendido banchetto,
si alzò e magnificò gli sposi
per il frutto futuro dell’unione.
Disse: «Non sarà mai toccato dalla malattia
e avrà lunga la vita». Allora, Tetide
si rallegrò davvero: conosceva
Apollo come ottimo profeta,
e quelle sue parole le sembrarono,
per il figlio, una bella garanzia.
Mentre Achille cresceva in bellezza –
era la gioia di tutta la Tessaglia! –
Tetide ricordava le parole del dio.
Ma un giorno vennero gli anziani con le ultime notizie
e dissero che Achille era stato ucciso a Troia.
Tetide allora si strappò le vesti, che erano di porpora,
e gettò via da sé, lontano, in terra, bracciali e anelli.
Poi, nel dolore, le tornò alla mente quel vecchio ricordo.
E allora chiese cosa faceva il saggio Apollo,
dove andava il poeta che ai banchetti
parla forbito? Dove andava il profeta
mentre uccidevano suo figlio nel fiore degli anni?
E gli anziani risposero che Apollo,
sì, proprio lui, era sceso a Troia
e, insieme ai troiani, aveva ucciso Achille.

Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θα ’βγαινε απ’ την ένωσί των.
Είπε· Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θ ’αγγίξει
και θα ’χει μακρινή ζωή. — Αυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Αλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κι είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία.
Κι η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κι έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παλιά θυμήθη·
και ρώτησε τί έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νιάτα.
Κι οι γέροι την απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα.